Έχουν γραφτεί πάρα πολλά βιβλία σχετικά με τη Νάξο. Αν εξαιρέσουμε ειδικές μελέτες και εργασίες τα περισσότερα έχουν γραφτεί από Νάξιους. Ο Τάσος Αναστασίου δεν είναι Νάξιος, προέρχεται από ένα άλλο ιστορικό τόπο τη Βοιωτία. Θα μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε Κυκλαδίτη κατά επιλογή. Πριν το βιβλίο αυτό έχει εκδώσει αντίστοιχους οδηγούς για την Κέα, τη Σύρο, την Αμοργό και άλλα νησιά!
Ο Τάσος Αναστασίου (στο εξής να τον λέμε απλά Τάσο) ως συγγραφέας του βιβλίου οδοιπορικό στη Νάξο, στέκεται αποστασιοποιημένα απέναντι στη Νάξο, για αυτό και το έργο του έχει μία πρόσθετη αξία για εμάς.
Το βιβλίο δεν είναι ένας επιπλέον τουριστικός οδηγός, αν και απευθύνεται στους επισκέπτες της Νάξου ακόμα και στην αγγλική γλώσσα.
Η διαδρομές που περιγράφονται στο βιβλίο είναι συνδεδεμένες με το αντίστοιχο έργο του Τάσου ως υπαλλήλου της νομαρχίας Κυκλάδων και της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με την αρμοδιότητα του υπευθύνου πολιτισμού. Είναι ένα δημόσιο σύνθετό έργο που έγινε στο πεδίο, με πολύπλευρη έρευνα, λεπτομερή αναλυτική σηματοδότηση και ανάδειξη των μονοπατιών στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων. Έργο δημόσιο και ανοιχτό στον καθένα αλλά πρώτα και κύρια στο δημιουργό του που έχει τη συγκυρία να το αξιοποιεί σε άλλο επίπεδο στο βιβλίο αυτό.
Ο Τάσος αναγνωρίζει τη Νάξο ως: έναν από τους ελάχιστους τόπους στον κόσμο που διαθέτουν βαθύ ιστορικό αποτύπωμα και γοητευτικό πολυδιάστατο φυσικό περιβάλλον. Αντίστοιχα η γεωπολιτική διαδρομή του, από τα βάθη της προϊστορίας μέχρι τα νεότερα χρόνια, αποκαλύπτει ότι ο τόπος αυτός έχει παίξει καθοριστικό, και συχνά «καθοδηγητικό» ρόλο στις εξελίξεις του Αρχιπελάγους.
Το βιβλίο δεν είναι απλά μία μελέτη, ένα σύγγραμμα που τεκμηριώνει την παραπάνω άποψη για τη Νάξο, αλλά ένα ζωντανό οδοιπορικό στον χρόνο και στο χώρο, στην διαχρονική ανθρώπινη παρουσία.
Ξεκινά με τη λεπτομερή περιγραφή και καταγραφή των στοιχείων του φυσικού τοπίου, περνά στο μύθο, στην ιστορική πορεία και την ανθρώπινη παρουσία. Σε ένα δεύτερο μέρος παρουσιάζονται οι 18 διαδρομές πολιτιστικού ενδιαφέροντος και κλίνει με μία ποικιλία θεμάτων και το επίγραμμα.
Ήθελα να σταθώ, στο πρώτο μέρος, στο κεφάλαιο της ιστορικής πορείας της Νάξου, στο κεφάλαιο της ιστορία της Νάξου θα έλεγα, από την παλαιολιθική, την προϊστορική εποχή ως σήμερα. Πολλοί έχουν μελετήσει και συγγράψει άρθρα και μελέτες, μάλιστα εκτενέστερά για την ιστορία ιδιαίτερων περιόδων της Νάξου, αντίστοιχων των γενικών περιόδων της ιστορίας του Ελλαδικού χώρου. Ή άλλοι πολλοί για συγκεκριμένα ιδιαίτερα στοιχεία της Νάξου, γύρω από τα μνημεία ή ανασκαφικά δεδομένα.
Στο βιβλίο εδώ έχουμε την πρώτη ολοκληρωμένη καταγραφή και ανάλυση της ιστορίας, όχι αποσπασματικά ανά περίοδο και με διαφορετικά πρίσματα ανάλυσης. Αλλά μια ενιαία ιστορία, τη συγκρότηση ενός ενιαίου ιστορικού αφηγήματος χωρίς ασυνέχειες και άλματα. Με κατά βάση τον ίδιο δημιουργό της ιστορίας, τον Ναξιώτη και τον Αιγαιοπελαγίτη, λαμβάνοντας υπόψη την ταξική κοινωνική διαστρωμάτωση του πληθυσμού και τις παραγωγικές δυνάμεις κάθε εποχής, την ναυσιπλοΐα το εμπόριο και τους δρόμους του. Και πως όλα εκφράζονται κάθε φορά στο επίπεδο της κοινωνικής συνείδησης, στην τέχνη, στη λατρεία, στο πολιτισμό γενικότερα, στο πολιτικό σύστημα.
Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ότι πάντα εξετάζει την κάθε περίοδο μέσα σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό γίγνεσθαι, που συνήθως είναι το Κυκλαδικό, το Αιγαιακό των δύο πλευρών, Μεσογειακό αλλά και παγκόσμιο. Όπου κάθε φορά κάποιο από αυτά τα πλαίσια μπορεί να είναι καθοριστικότερο για τις εξελίξεις στη Νάξο.
Τρίτο δε στηρίζεται μόνο στην πλούσια βιβλιογραφία, όπως από το περιοδικό ΦΛΕΑ του αξέχαστου Κώστα Κατσουρού, αλλά και σε αρχαιολογικά μνημειακά και μουσειακά δεδομένα, σε προφορικές παραδόσεις, μύθους, ενσωματώνοντας πάντα τις τελευταίες ανακοινώσεις της αρχαιολογικής επιστήμης, όπως το ιερό κορυφής στη Στελίδα ή τα βυζαντινά κάστρα.
Είναι εντυπωσιακή ικανότητα του Τάσου να μελετά και να παρουσιάζει το πέρασμα από μια περίοδο στην άλλη, σαν μια διαλεκτική διαδικασία, πάντα κάτω από τις ευρύτερες αλλαγές του Αιγαιακού η Μεσογειακού χώρου, αντλώντας στοιχεία για τις αλλαγές ακόμα και από την εικονογράφηση των αγγείων του μουσείου μας, από τα κατάλοιπα των μνημείων και από άλλα αρχαιολογικά τεκμήρια.
Κατά τη γνώμη μου η ιστορία της Νάξου στο βιβλίο έχει τη μορφή και το περιεχόμενο μιας πρωτότυπης επιστημονικής εργασίας, που προφανώς έχει γίνει έξω από τις ακαδημαϊκές διαδικασίες ενός ανώτατου ιδρύματος, κατέχει όμως κατά τη γνώμη μου ένα υψηλό επίπεδο αντίστοιχου ενός διδακτορικού.
Για τη γενιά μου, που μεγαλώσαμε στο δημοτικό σχολείο με το μάθημα πατριδογνωσίας, με το βιβλίο του αείμνηστου επιθεωρητή δασκάλου του Γεωργίου Μελισσηνού «Η Νάξος», το βιβλίο του Τάσου δεν αποτελεί απλά την επικαιροποιημένη έκδοση του, αλλά και μια συναισθηματική κατάδυση, που σε συνεπαίρνει με συνειρμούς που καταργούν τον χρόνο, να πίνεις μαζί και να σε μεθά ο ίδιος ο Διόνυσος.
Διαβάζοντας στο βιβλίο την ιστορική πορεία της Νάξου, συμμετέχεις σε ένα ή πολλά συνεχόμενα ταξίδια γύρω από το νησί σε μια ελικοειδή εξέλιξη του χρόνου. Πλόες στην κάθε πρώιμη, μετά στη μέση και έπειτα στην ύστερη περίοδο, ξανά πάλι στην πρώιμη, στη μέση, στην ύστερη περίοδο του επόμενου κύκλου της ιστορίας.
Ταξιδεύεις με τους Στελιδιώτες Νεάντερταλ, αγναντεύεις το πλοίο με τα μαύρα πανιά, κρυφοκοιτάς την εγκατάλειψη της Αριάδνης, πλέεις με το πρωτοκυκλαδικό πλοίο στους δρόμους του οψιανού, με τον κρασοφόρο κάνθαρο, με τον Δημόκριτο στη Σαλαμίνα, ανάμεσα σε πειρατικά και αραβικά, σε πέρσες και σταυροφόρους.
Αποβιβάζεσαι από τις γαλέρες του Σανούδου και περιπλανιέσαι στα λιθόστρωτά μονοπάτια της ενδοχώρας. Σταματάς και αφουγκράζεσαι πουλιά, ζώα, τρεχούμενα νερά, τραγούδια μουσικές, λειτουργίες σε εκκλησίες.
Αναμετριέσαι με το ύψος και το φως της Πορτάρας. Μπαίνεις στο Κάστρο, βγαίνεις από το λαβύρινθο του Μπούργου, κατεβαίνεις στη Γρόττα και βλέπεις το μικρό Ιάκωβο Καμπανέλλη να παίζει. Από τη Φουντάνα ακολουθείς το υδραγωγείο το δρόμο του νερού και φτάνεις στο ιερό των πηγών, στους κούρους. Τα δέντρα, οι καλλιέργειες, η καρποφόρα γη, σε οδηγούν στον ναό της Δήμητρας και Κόρης, για το καθαγιασμό της σοδιάς.
Ανηφορίζεις στην κομμούνα στράτα, μέσα από αιωνόβιες ελιές, αμπέλια, αναβαθμίδες, πεζούλια, βοσκότοπους, μάντρες, λιοτρίβια, λινούδες, ανεμόμυλους και νερόμυλους. Στη σκιά του επιβλητικού Ζα, του Δία του προβατάρη, ακούς τσαμπουνοντούμπακα, βελάσματα, κουδούνια, τζιτζίκια. Πίνεις κρασιά, ρακές και γεύεσαι τα τυροκομικά του. Προσκυνητής μπαίνεις σε βυζαντινές εκκλησιές με τοιχογραφίες αγίων, συνάξεις αγγέλων, δεήσεων, ανεικονικών παραστάσεων. Συναντάς το Μανώλη το Γλέζο στην πετραία γη να στήνει φράγματα, να φωνάζει και να αγωνιά για την επερχόμενη ανομβρία.
Τα παραπάνω μπορεί να συνθέτουν μια φανταστική ή μέση πολιτιστική διαδρομή και να εκφράζουν τον τρόπο που τη βιώνει ένας ντόπιος, που μεθά διαβάζοντας το βιβλίο. Αλλά και οι 18 διαδρομές είναι σε παρόμοια κατεύθυνση και βιώνονται με τον ίδιο τρόπο, σε κανονική κατάσταση (όχι μέθης εννοώ).
Ενδεικτικά θα ήθελα να σταθώ σε μια διαδρομή όχι ως τη σημαντικότερη από τις άλλες, απλά μου είναι πιο οικία και γνωστή μου. Στη διαδρομή Απεράθου-Αι Γιάννης στ’ Αφικλή- Αγία Κυριακή- Πηγή Καλλονής- σμυριδωρυχεία– Μοδιού-Μουτσούνα.
Φεύγουμε από τ’ Απεράθου κάτω από τους ήχους του πετάλου και της σαΐτας τ΄ αργαλειού, των κουδουνάτων, της ποίησης και των τραγουδιών, της μυρωδιάς του ρόστου και του ξυλόφουρνου. Ξεκινάμε τη διαδρομή, τα αρχαία τοπωνύμια διαδοχικά είναι στη γραμμή: Ζακρίδα (Ζαγρευς-Διόνυσος), Αρσός (Αλσών), Αφικλής (Ιφικλής), Ελληνικό Πεζούλι, Δήμος (αρχαίος δήμος), Καλλονή, Μουτσούνα – Τριάγκαθας, Αζαλάς (Ζας αλός, Ζευς της θάλασσας).
Κάνουμε στάση στον Αρσό, όπου μας περιμένει ο αξέχαστος Κώστας Κατσουρός, που τιμούμε απόψε. Ο Κώστας που ανέστησε και έδωσε ζωή, στις φθαρμένες, εγκαταλειμμένες τοιχογραφίες των βυζαντινών ναών της Νάξου. Που θύμιαζε τις αγιογραφίες με την ερευνητική του κρίση, που τις ανέδειξες μέσα από το βιβλίο «Νάξος, Το άνθος της Ανατολής», τις ερμήνευσε με αυτοκρατορικό ύφος, έκανε τους δεκάδες ακαδημαϊκούς που ξεναγούσε ευλαβικούς προσκυνητές της ιστορίας της Νάξου.
Από εδώ, από τον Αρσό εμπνεύστηκα το όνομα του Ιστορικού Ομίλου Νάξου Αρσός μας λέει ο Κώστας. Ο Αρσός είναι ο Αλσών όπως λέγανε οι αρχαίοι το πυκνό άλσος το δασώδες τέμενος αφιερωμένο σε κάποια θεότητα ή σε κάποιες νύφες. Ο τόπος υπερχειλίζει από μυθολογία και ιστορία αλλά και αιωνόβιες βελανιδιές, ελιές, συκιές, πικροδάφνες, νερά, ρυάκια, πουλιά.
Μας ανεβάζει και μας ξεναγεί στον παρακείμενη βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, επισημαίνοντας ότι δεν είναι του 14ου αιώνα όπως νομίζανε πολλοί, αλλά του τέλους του εβδόμου με αρχές του 8ου αιώνα.
Προχωράμε με τον Κώστα ως το σημαντικό βυζαντινό μνημείο την ανεικονική, με εικονομαχικό διάκοσμο εκκλησία της Αγίας Κυριακής. Μας τονίζει την αυτοκρατορική της προέλευση. Τα παγώνια της τοιχογραφίας θα μπορούσε να φέρουν το κόκκινο φουλάρι μόνο μετά από συμφωνία ή επιθυμία του αυτοκράτορα, μας λέει με έμφαση.
Περνάμε την πηγή και τα χαλάσματα της Καλλονής, κατηφορίζομε βλέποντας απέναντι τους πυλώνες του εναερίου, τα ορύχεια τις σχολές του μόχθου, τους σταθμούς φόρτωσης, τον Ασπαλαθρωπό. Παρατηρούμε τη σκουριά της ιστορίας και της σκληρής επιβίωσης στα κρεμασμένα κουβαδάκια της σμύριδας. Ακολουθούμε το σύρμα και το μονοπάτι ως τη Μουτσούνα, στις εγκαταστάσεις του προαυλίου, τα βαγόνια, το άγαλμα του σμυριδεργάτη, τη σκάλα φόρτωσης.
Βλέπουμε απέναντι στην Κέρο τον Κόλιν Ρενφριου, που και εκείνος έκανε πολλές φορές τη διαδρομή Απεράθου Κέρος, με το καπέλο και τον μπαστουνάκι του, να μας συνδέει με τις απαρχές του πολιτισμού μας.
Ήταν μια διαδρομή από το βουνό στη θάλασσα από την μυθολογία ως βιομηχανική εποχή, διαμέσου ιστορικών περιόδων, που δεν σχεδιάστηκε για τις ανάγκες των περιπατητών ώστε να διέρχεται από επιλεγμένα μνημεία (όπως τη πολιτιστική διαδρομή που σχεδίασε το Διάζωμα).
Αντίθετα η διαδρομή προϋπήρχε, καθορισμένη από τη γεωμορφολογία, τη φύση της περιοχής, τις ανάγκες της κοινότητας των ανθρώπων. Τα μνημεία – αυτά που σήμερα λέμε μνημεία – προστέθηκαν διαδοχικά εμπλουτίζοντας και δίνοντας της ιδιαίτερη μορφή κάθε εποχή. Τελικά η ιστορία συσσωρευτικά, μας τα αφήνει σήμερα, ως ένα σύνθετο πλούσιο αποτύπωμα.
Κάποτε λέγαμε η Αγία Κυριακή είναι στην άκρη του πουθενά. Βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο europa nostra στο πουθενά. Ο Τάσος την τοποθέτησε στην κάθοδο μιας πολυσύχναστης λεωφόρου. Κάθε διαδρομή είναι μια λεωφόρος ιστορίας με άνοδο κάθοδο και κόμβους, που κινούνται άνθρωποι, ζώα, στρατιώτες, διακινούνται προϊόντα, ιδέες και θρησκείες. Αυτή είναι η συμβολή του Τάσου.
Οι διαδρομές όπως επιχαράχτηκαν και αναδεικνύονται στο βιβλίο από τον Τάσο είναι μια ζωντανή σύνθεση χωρικών, γεωμορφολογικών, μυθολογικών, ιστορικών, παραγωγικών, λατρευτικών, πολιτισμικών, στοιχείων. Δεν είναι εγκαταλειμμένα ή καλοσυντηρημένα σηματοδοτημένα μονοπάτια πεζοπορίας για το τουρισμό.
Όλη η Νάξος είναι μία διαδρομή, είναι η διαδρομή της ιστορία της, του πολιτισμού της.
Ξαναγυρίζω στο βιβλίο. Ένα βιβλίο που σε γειώνει βαθιά στη Νάξο, σε συνδέει ή σε επανασυνδέει με χαμένες ξερές ρίζες, επιβεβαιώνει την ιστορική ταυτότητά σου και την ισχυροποιεί, αναζωογονεί συλλογικές μνήμες, τη βιωματική σχέση με τα μνημεία, με σταθμούς της ιστορίας.
Δεν σε καθηλώνει στο σήμερα, να αυτοθαυμάζεσαι και να εκθειάζεις το λαμπρό παρελθόν. Προσπερνά το σήμερα με κεκτημένη ταχύτητα, με μια συσσωρευμένη ιστορική αδράνεια. Ο αναγνώστης οραματίζεται τη μελλοντική Νάξο μέσα από τα μάτια της ιστορίας, νιώθει ασήκωτο το βάρος της, ζαλίζεται με το βάθος του χρόνου της, διαβάζοντας του αποκαλύπτεται μια κληρονομιά που αποδέχεται και πρέπει να μεταβιβάσει στα παιδιά του, ανησυχεί για το μέλλον της όταν μάλιστα βλέπει στον ορίζοντα της Νάξου, αστραπές, δυσοίωνα σημάδια καιρών.
Στον αναγνώστη η ανησυχία μεταβιβάζεται σαν αίσθηση, όμως και ο συγγραφέας έχει εντοπίσει το ζήτημα και το παρουσιάζει στο τέλος του βιβλίου, στο επίμετρο, όπου το αναλύει, το τονίζει και προειδοποιεί.
Βλέπει το ρεύμα του μαζικού τουρισμού να αυξάνει ανεξέλεγκτα κάτω από τους όρους της αγοράς, αλλά και κάτω από την πολιτική των τοπικών δημοτικών και περιφερειακών θεσμών, για τους οποίους η ατέρμονη τουριστική μεγέθυνση αποτελεί επίσημη πολιτική και κυρίαρχη ιδεολογία.
Παρακολουθεί τον τουρισμό να αναλώνει το περιβάλλον της Νάξου, τα οικοσυστήματα, τη γεωργική γη, το νερό, τις αμμοθίνες στις ακτές, τις συνήθειες, επαγγέλματα των κατοίκων, τις αξίες και την κουλτούρα. Να καταστρέφονται αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά σύνολα και αγροτικά προβιομηχανικά μνημεία. Η μουσική και η χορευτική παράδοση να διασκευάζεται για τις ανάγκες του τουρισμού, προς τέρψη των κάθε λογής επισκέπτη.
Με εφόδιο το βιβλίο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την επίθεση του υπερτουρισμού να κρατήσουμε την Νάξο στις ράγες της ιστορικής της διαδρομής, όπως έχει σηματοδοτηθεί συνολικά από τον Τάσο.
Με την κουλτούρα του βιβλίου μπορούμε να απαντήσουμε στα ζητήματα που τέθηκαν φέτος δηλαδή τους κινδύνους του διατρέχουν τα μνημεία από την κλιματική κρίση και το μείζον ζήτημα της μετάλλαξης των αφύλακτων μνημείων, όπως ο ναός του Απόλλωνα σε τουριστική ατραξιόν.
Μπορεί ένα μνημείο δηλαδή ο Κούρος, που βιώνεται από τους ντόπιους και αποτελεί μέρος της ταυτότητά τους, να αποσπάται από το αρχαιολογικό σύνολο των λατομείων και των πηγών;
Νομίζω ότι το βιβλίο απάντα όχι!
Μπορεί η νησίδα των Παλατιών να δέχεται σε διάστημα μιας ώρας χιλιάδες τουρίστες που την ποδοπατούν; μπορεί να υποβαθμίζεται η αρχαιολογική αξία του ναού και να εντάσσεται στο μοντέλο του μαζικού τουρισμού ως προϊόν; Μπορεί να υποβιβάζεται σε ένα αξιοθέατο ηλιοβασιλέματος ανταγωνιστικό των άλλων νησιών, θέτοντας σε κίνδυνο την υλικότητα του μνημείου;
Πάλι το βιβλίο απαντά όχι!
Τα στατιστικά στοιχεία του 2024 καταγράφουν με βάση την επισκεψιμότητα, το ναό της Δήμητρας και Κόρης, ως τον πρώτο αρχαιολογικό χώρο των Κυκλάδων, μετά τη Δήλο βέβαια, με 190.000 εισιτήρια επισκεπτών. Είναι ένα ενθαρρυντικό στοιχείο που μπορεί να συμβάλει στο σχεδιασμό και διαμόρφωση ενός μοντέλου πολιτιστικού τουρισμού. Ένα ποιοτικό, ήπιο, βιώσιμο πρότυπο δυναμικής ανασύνθεσης των φυσικών, ιστορικών, πολιτιστικών, παραγωγικών, βιωματικών χαρακτηριστικών της Νάξου, με τη δημιουργία νέων τουριστικών προϊόντων που ενσωματώνουν την παραγωγική πολιτιστική ταυτότητα του νησιού.
Και το βιβλίο απαντά θετικά σε αυτό!
Και ένα δεύτερο καλό νέο, το ξενοδοχειακό συγκρότημα ξένων συμφερόντων που άρχισε να χτίζεται στα χρόνια του 1970 στη μοναδικού κάλλους παραλία του νησιού στο Αλυκό και χαρακτηρίστηκε οικολογικό έγκλημα των Συνταγματαρχών θα γκρεμιστεί επιτέλους και ο χέρσος χώρος που θα προκύψει προβλέπεται να αναδασωθεί.
Ο Τάσος τελειώνει το βιβλίο του με τη στράτευση να σώσουμε και να σχεδιάσουμε ένα μέλλον για την Νάξο, αντάξιο της ιστορικής της διαδρομής.
Θα ήθελα να τελειώσω με το σχόλιο που γράφτηκε χθες, κάτω από την ανάρτηση μου κάλεσμα της παρουσίασης στο facebook, από ένα Νάξιωτη δάσκαλο στις ΗΠΑμερικής τον Λεωνίδα Μαγκανάρη:
Το Οδοιπορικό στη Νάξο αποτελεί ένα βιβλίο που ξεπερνά τα όρια της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας· είναι μια πολιτιστική παρακαταθήκη. Για τον λόγο αυτό, θα ήταν άξιο να διδάσκεται στα σχολεία της Νάξου. Μέσα από τις σελίδες του, οι νέοι μπορούν να γνωρίσουν καλύτερα τον τόπο τους, να αναπτύξουν σεβασμό προς την ιστορία και το περιβάλλον τους, και να καλλιεργήσουν μια βαθύτερη σχέση με τη ναξιώτικη ταυτότητα.
Ευχόμαστε υγεία και συνεχή πνευματική παραγωγή στον συγγραφέα μας και να συνεχίσει καλοτάξιδο το βιβλίο του στις θάλασσές μας!
